Ο παραλογισμός των καταλήψεων

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες εβδομάδες, από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, είναι ανήκουστο και προφανώς σε βάρος των λαϊκών τάξεων. Η λειτουργία του δημόσιου σχολείου υπονομεύεται εν μέσω υγειονομικής και οικονομικής κρίσης από τους υποτιθέμενους υπερασπιστές του.

Από το κίνημα του δημοτικισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και αργότερα με τη μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στα χρόνια του Ελευθερίου Βενιζέλου οι δεσμοί της ελληνικής κοινωνίας με το δημόσιο σχολείο είναι χωρίς υπερβολή σχεδόν θεμελιακοί. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η επένδυση στη δημόσια εκπαίδευση υπήρξε μοναδική και αγκαλιάστηκε με ενθουσιασμό από όλους τους Ελληνες.

Στη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας Βενιζέλου χτίστηκαν σχολειά σε κάθε γωνιά της χώρας, και για την προαγωγή της εκπαίδευσης επιστρατεύθηκαν οι πιο εμπνευσμένες πνευματικές δυνάμεις της χώρας. Γληνός, Τριανταφυλλίδης, Δελμούζος, Ιμβριώτης και άλλοι συγκρότησαν ένα ξεχωριστό μέτωπο προόδου σε εκείνους τους χρόνους.

Το δημόσιο σχολείο ανεδείχθη με τα χρόνια σε βάση πνευματικής ανασυγκρότησης και κοινωνικής ανασύνθεσης του τόπου και του έθνους. Σε ένα παράθυρο ευκαιρίας και προόδου για όλους, ιδιαιτέρως για τους φτωχότερους που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα.

Ηταν τέτοια η δυναμική της δημόσιας εκπαίδευσης που ούτε τα κατακλυσμιαία γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου δεν πέτυχαν να την ανακόψουν. Επανήλθε δυναμικότερη στα μεταπολεμικά χρόνια και το μεγάλο κύμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ολοκληρώθηκε το 1964 με εκείνη των Γ. Παπανδρέου, Λ. Ακρίτα και Ευ. Παπανούτσου που κατήργησε τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια.

Από αυτό το εκπαιδευτικό κύμα προόδου της δημόσιας εκπαίδευσης επωφελήθηκαν εκατομμύρια Ελληνες στο διάβα των δεκαετιών. Το δημόσιο σχολείο προσέφερε μοναδικά εφόδια στους Νεοέλληνες, από τα φώτα του οι περισσότεροι κατάφεραν να αλλάξουν στην κυριολεξία ζωή και να ανέβουν τα σκαλιά της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι μεταπολεμικές γενιές ιδιαιτέρως οφείλουν σχεδόν ολοκληρωτικά την πρόοδό τους στο αγαθό της δημόσιας εκπαίδευσης.

Για την Ελλάδα ειδικά πιθανώς να αποτελεί το καλύτερο μέσο και εργαλείο άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Υπό αυτή την έννοια η υπεράσπισή της είναι επιβεβλημένη. Ιδιαιτέρως από τις δυνάμεις που ομιλούν στο όνομα του λαού και ενεργούν υποτίθεται υπέρ των συμφερόντων του.

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες εβδομάδες, από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, είναι ανήκουστο και προφανώς σε βάρος των λαϊκών τάξεων. Η λειτουργία του δημόσιου σχολείου υπονομεύεται εν μέσω υγειονομικής και οικονομικής κρίσης από τους υποτιθέμενους υπερασπιστές του. Αντί οι θεωρούμενες προοδευτικές δυνάμεις να θωρακίσουν τη δημόσια εκπαίδευση και να απαιτήσουν την κατά το δυνατόν ομαλότερη λειτουργία των δημόσιων σχολείων, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για ακριβώς το αντίθετο.

Ηδη η πανδημία από την περασμένη άνοιξη επιδρά αρνητικά στην εκπαίδευση των μαθητών. Οι επιδόσεις στις πανελλαδικές εξετάσεις υπήρξαν δηλωτικές της φθοράς και της υποβάθμισης. Και η νέα σχολική χρονιά κυλάει εν μέσω παράλογων καταλήψεων με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, επιβαρύνοντας ιδιαιτέρως τους μη έχοντες μαθητές και τις φτωχότερες των οικογενειών.

Ας γνωρίζουν λοιπόν όσοι υπερασπίζονται τις καταλήψεις ότι στο όνομα παράλογων αγώνων άγονων ζημιώνουν τη δημόσια εκπαίδευση και υποβαθμίζουν το δημόσιο σχολείο, όπως μαρτυρούν και οι εφετινές ουρές αιτούντων, έπειτα από πολλά χρόνια, για εγγραφές μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία.

Θα περίμενε κανείς ιδιαιτέρως σε τούτες τις τόσο δύσκολες υγειονομικές και οικονομικές συνθήκες από τις δυνάμεις της Αριστεράς να αγωνιούν πραγματικά για την ενίσχυση του

δημόσιου σχολείου και να μην ευνοούν πράξεις και κινήσεις που με βεβαιότητα οδηγούν στην υποβάθμισή του.

Οι καιροί έχουν αλλάξει, όμως τα δήθεν αγωνιστικά ήθη διατηρούνται ακέραια. Είναι καιρός να αλλάξουν κι αυτά, να αναπροσανατολισθούν, να λάβει η διεκδίκηση άλλη μορφή και άλλα χαρακτηριστικά, να καταλήγει σε ευγενείς σκοπούς δημιουργίας και όχι σε ασκήσεις καταστροφής.
πηγή: tovima.gr